θαρσαλέους

θαρσαλέους
θαρσαλέος
daring
masc acc pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • κατατεύχω — (Α) 1. κατασκευάζω, κάνω («ἰδίην σορὸν κατατεύχειν», επιγρ.) 2. καθιστώ («αὐτοὺς θαρσαλέους κατατεύχειν», Κόιντ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + τεύχω «κατασκευάζω»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”